ευπιστία

ευπιστία
η
1) легковерие, доверчивость; 2) перен. простодушие, наивность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ευπιστία" в других словарях:

  • εὐπιστία — εὐπιστίᾱ , εὐπιστία pious belief fem nom/voc/acc dual εὐπιστίᾱ , εὐπιστία pious belief fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπιστίᾳ — εὐπιστίᾱͅ , εὐπιστία pious belief fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευπιστία — η (Α εὐπιστία) [εύπιστος] νεοελλ. 1. η ιδιότητα τού εύπιστου, η ευκολοπιστία 2. αφέλεια, απλοϊκότητα, ακρισία αρχ. 1. εμπιστοσύνη, πεποίθηση 2. ευσεβής πίστη …   Dictionary of Greek

  • ευπιστία — η 1. η ευκολία με την οποία κανείς πιστεύει σε κάτι, καλή πίστη. 2. μτφ., απλοϊκότητα, αφέλεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐπιστίας — εὐπιστίᾱς , εὐπιστία pious belief fem acc pl εὐπιστίᾱς , εὐπιστία pious belief fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπιστίαν — εὐπιστίᾱν , εὐπιστία pious belief fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγαθοπιστία — η [αγαθόπιστος] το να πιστεύει κανείς καλοπροαίρετα ή αβασάνιστα ό,τι τού λένε, ευπιστία …   Dictionary of Greek

  • αθωότητα — η (Α ἀθῳότης) [ἀθῷος] το να είναι κανείς αθώος, ανεύθυνος, αναίτιος για κάτι νεοελλ. αφέλεια, ευπιστία, αγαθοσύνη …   Dictionary of Greek

  • αφέλεια — η (AM ἀφέλεια, Α και λείη) [αφελής] 1. απλότητα, φυσικότητα 2. (για πρόσωπα) απλοϊκότητα, ευπιστία νεοελλ. πληθ. αφέλειες κτένισμα κατά το οποίο πέφτουν στο μέτωπο, με αφέλεια, τούφες από τα μαλλιά …   Dictionary of Greek

  • διαφωτισμός — Ιδεολογικό και πολιτιστικό κίνημα του 18ου αι., που επεκτάθηκε σχεδόν σε όλους του κύκλους των πνευματικών ανθρώπων της Ευρώπης, αλλά είχε τα κέντρα ακτινοβολίας του και τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αρχικά στην Αγγλία και αργότερα κυρίως… …   Dictionary of Greek

  • ευήθεια — η (ΑΜ εὐήθεια Α και εὐηθία και εὐηθίη) [ευήθης] ειρων. υπερβολική ευπιστία, μωρία, χαζομάρα («κουφόνουν τ εὐηθίαν», Αισχύλ.) αρχ. μσν. αγαθότητα ήθους, απλότητα, τιμιότητα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»